«Μιλάμε κάθε μέρα, σχεδόν όλη μέρα. Κοιμόμαστε μαζί. Ξέρει τα πάντα για μένα. Αλλά δεν είμαστε μαζί»: Η Μαρίνα το είπε έτσι απλά, πίνοντας μια γουλιά από τον καφέ της, σαν να περιέγραφε κάτι απολύτως φυσιολογικό. Ήταν απόγευμα, από αυτά τα απογεύματα που λες «θα τα πούμε μια ώρα» και καταλήγεις να φεύγεις τελευταία από το μαγαζί (εννοείται ο καφές έχει γίνει 1 τζιν, δύο κρασιά και σφηνάκι κερασμένο απ’ τον μπάρμαν).
«Και είσαι οκ με αυτό;» τη ρωτάω. Σηκώνει τους ώμους. «Είμαι… κάπως». Αυτό το «κάπως» μου έμεινε. Γιατί μέσα σε αυτή τη μία λέξη, χωρούσαν τα πάντα. Έχω υπάρξει και εγώ «κάπως» και αυτό το «κάπως» καθόλου εύκολο δεν είναι γιατί πολύ απλά δεν έχει όνομα. Και ότι δεν έχει όνομα δεν έχει και θέση. Και άμα δε ξέρω που να σε τοποθετήσω μέσα μου μάνα μου, πώς να ξέρω αν πρέπει να χαρώ γι’ αυτό ή να προστατευτώ από αυτό;
Η σχέση που δεν είναι σχέση
Η Μαρίνα συνέχισε να μιλάει με εκείνη την επικίνδυνη ηρεμία του ανθρώπου που έχει αρχίσει να συνηθίζει κάτι που κατά βάθος δεν του φτάνει και ακόμα κι αν ήδη το γνωρίζει, (φυσικά και) διστάζει να το παραδεχτεί. «Δεν μπορώ να πω ότι με αποφεύγει. Είναι εκεί. Αν τον χρειαστώ, θα έρθει. Αν του πω ότι μου λείπει, θα μου πει ότι του λείπω κι εγώ. Απλά… δεν κάνουμε σχέδια. Δεν μιλάμε για “μετά”». Να το και το «μετά»! Θέλω τόσο πολύ να της πω να του κάνει συζήτηση. Να τον ξεβολέψει και να ξεβολευτεί και η ίδια. Να ρισκάρει να χαλάσει αυτό το «ωραίο» που έχουν, για να δει αν μπορεί να γίνει αληθινό.
«Και… θα ήθελες να μιλάτε για το “μετά”;» τη ρωτώ τελικά. «Δεν είμαι σίγουρη, αλλά νομίζω πως ναι. Αλλά δεν μπορώ και να θυμώσω. Δεν μου έχει υποσχεθεί κάτι για να πω ότι με κορόιδεψε και σίγουρα δε θέλω να φανώ πιεστική». «Πιεστική». Πόσες φορές έχουμε χρησιμοποιήσει εις βάρος μας αυτή τη λέξη (!). Πόσες φορές έχουμε μικρύνει αυτό που νιώθουμε για να μη μεγαλώσει η πιθανότητα να φύγει ο άλλος; Σαν να είναι κάτι το εξωπραγματικό να θέλεις σαφήνεια. Σαν να είναι κάποιου είδους παράξενη αγένεια να ζητάς χώρο μέσα στη ζωή κάποιου που ήδη καταλαμβάνει άπλετο μέσα στη δική σου.
Πότε έγινε πίεση η ειλικρίνεια;
Ακούω την Μαρίνα προσεκτικά, αισθάνομαι ότι τον θέλει ακραία και την ίδια στιγμή αναρωτιέμαι πότε έγινε «πίεση» η ειλικρίνεια και «υπερβολή» το «θέλω να ξέρω πού βρίσκομαι». Α και να πω κάτι σημαντικό σε αυτό το σημείο: ανέκαθεν ήμουν εκ διαμέτρου αντίθετη με τον όρο «ταμπέλα». Θεωρούσα ότι είναι κάτι που μόνο περιορίζει. Ότι μόλις πεις «είμαστε μαζί», κάτι χάνεται. Η μαγεία, ο αυθορμητισμός, το παιχνίδι. Ότι τελοσπαντων «ποιο το νόημα;!». Μεγαλώνοντας όμως, άρχισα να βλέπω και την άλλη πλευρά. Η ταμπέλα μπορεί να είναι και το «σε επιλέγω, με επιλέγεις», ενώ η απουσία της δεν είναι πάντα ελευθερία ή η ψευδαίσθησή της. Διάβασέ το ξανά αυτό.
Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο «δεν βιαζόμαστε» και στο «δεν δεσμευόμαστε». Το πρώτο έχει ρίζες. Το δεύτερο έχει φόβο. Και κάπου εδώ θέλω να πω κάτι που ίσως ακουστεί άβολο: είναι βαθιά ανθρώπινο να θέλεις ο άλλος να σε συστήνει με περηφάνια. Να σε περιλαμβάνει στα σχέδιά του. Να σε καμαρώνει. Ανοιχτά! Να μη σε κρύβει στις «γκρίζες ζώνες» του ρε φίλε. Να μην είσαι το «θα δούμε» του.
Όχι, δεν είσαι «ανυπόμονη»
Έχω τη Μαρίνα απέναντί μου και θέλω να της πω κάτι που ξέρω ότι βαθιά μέσα της ήδη γνωρίζει: ότι δεν είναι «πολύ». Δεν είναι «πιεστική». Δεν είναι «ανυπόμονη». Είναι απλώς μια γυναίκα που θέλει να την επιλέγουν καθαρά. Γιατί στο τέλος της ημέρας, αυτό είναι. Ο άνθρωπος που είναι για εσένα, δεν θα σε αφήσει να ζεις μέσα σε υποσημειώσεις, ούτε θα σε κρατήσει στο «περίπου». Θα σε πει με το όνομά σου, θα σε βάλει μέσα στη ζωή του με τρόπο που να μην επιδέχεται αμφιβολία, θα σε κάνει να νιώσεις ασφαλής. Και αν η Μαρίνα (και η κάθε Μαρίνα) βρει τη δύναμη να ζητήσει αυτή την καθαρότητα, μπορεί να ρισκάρει να τον χάσει. Μπορεί όμως, για πρώτη φορά, να μη χάσει τον εαυτό της. Και αυτό, όσο κι αν δεν το μάθαμε έτσι, είναι πάντα η σωστή επιλογή.



GIPHY App Key not set. Please check settings