Πρόσφατα, πίνοντας καφέ με μια αγαπημένη φίλη, η κουβέντα μας εξελίχθηκε σε πιο βαθιά ζητήματα απ’ ό,τι συνήθως. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι σταμάτησα να ακούω αυτά που έλεγε και άρχισα να παρατηρώ τον τρόπο που τα έλεγε.
Υπήρχε μια μικρή ένταση στη ροή του λόγου της, σαν να προσπαθούσε να περιγράψει κάτι που ακόμη δεν είχε ξεκαθαρίσει μέσα της. Δεν της έβγαινε εύκολα. Σταματούσε, ξαναξεκινούσε, κόμπιαζε.
Μου μιλούσε για μια δύσκολη περίοδο χωρίς σαφή αιτία. Δεν είχε συμβεί κάτι συγκεκριμένο, παρ’ όλ’ αυτά, της φαίνονταν όλα διαφορετικά. Σαν να είχε μετακινηθεί κάτι μέσα της, χωρίς να το καταλάβει. Πράγματα που κάποτε της ήταν οικεία δεν τη γέμιζαν πλέον με τον ίδιο τρόπο. Συνήθειες που την ηρεμούσαν άρχισαν να την κουράζουν. Συζητήσεις που της έδιναν χαρά τώρα την βάραιναν λίγο περισσότερο.
Η μετατόπιση που δεν εξηγείται εύκολα
Μου μιλούσε χαμηλόφωνα και με απορία. Προσπαθούσε να καταλάβει αν αυτό που νιώθει είναι φυσιολογικό ή αν κάτι δεν πάει καλά. Ένιωθε κάτι απροσδιόριστο. Σαν να βρίσκεται κάπου ενδιάμεσα, χωρίς να μπορεί να επιστρέψει εκεί που ήταν, αλλά χωρίς να ξέρει ακόμη πού πηγαίνει.
Την άκουγα και ένιωθα αυτή την αίσθηση πολύ γνώριμη. Αυτή τη μετατόπιση που δεν εξηγείται εύκολα, αλλά την νιώθεις και την βλέπεις να εμφανίζεται παντού. Στις μικρές αντιδράσεις, στις αντοχές που αλλάζουν, στον τρόπο που οι ίδιες καταστάσεις δεν σου φαίνονται πλέον ίδιες.
Είναι σαν να βρίσκεσαι μέσα σε έναν χώρο που τον ξέρεις πολύ καλά, αλλά κάτι αρχίζει σιγά σιγά να αλλάζει, χωρίς να μπορείς ακόμη να το δεις καθαρά. Κυριαρχεί μια αίσθηση προσωρινότητας. Σαν να μην μπορείς να παραμείνεις πουθενά με άνεση. Σαν να βρίσκονται όλα λίγο στη μέση. Και αυτό το «στη μέση» σε κουράζει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Γιατί δεν είναι ξεκάθαρο, δεν έχει κατεύθυνση, δεν έχει ακόμη μορφή.
Όλα ξεκινούν με αποδόμηση
Ίσως αυτό να είναι που δυσκολεύει περισσότερο: όχι τόσο η αλλαγή, αλλά το ότι δεν ξέρεις ακόμη πού σε οδηγεί.
Τότε σχεδόν αυθόρμητα, της είπα: «Αυτό που μου περιγράφεις δεν μου φαίνεται μπέρδεμα, αλλά σαν μια εσωτερική ανακαίνιση!». Με κοίταξε στα μάτια και χαμογέλασε.
Μοιάζει με εκείνη τη φάση όπου τίποτα δεν έχει ολοκληρωθεί, αλλά πολλά έχουν αρχίσει να μετακινούνται. Υπάρχει σκόνη, ακαταστασία και μια έντονη αίσθηση ότι κάτι γκρεμίζεται χωρίς να φαίνεται ακόμη τι θα το αντικαταστήσει.
Γιατί κάθε ανακαίνιση κάπως έτσι δεν ξεκινάει; Με αποδόμηση. Με πράγματα που φεύγουν, με τοίχους που πέφτουν, με χώρο που αδειάζει πριν αρχίσει να γεμίζει ξανά. Για ένα διάστημα, τίποτα δεν είναι έτοιμο ή τακτοποιημένο. Αυτό όμως, δεν σημαίνει ότι θα μείνει έτσι. Ίσως να σημαίνει και ακριβώς το αντίθετο.
Και κάποια στιγμή, όταν η σκόνη καταλαγιάσει θα κοιτάξεις γύρω σου και θα καταλάβεις ότι όσα γκρεμίστηκαν άνοιξαν χώρο για κάτι νέο, που ταιριάζει καλύτερα σε σένα.
Όλα ξεκινούν με αποδόμηση


GIPHY App Key not set. Please check settings